Ενδοοικογενειακή βία. Παιδική κακοποίηση και παραμέληση.

Αρβανιτάκης Λεωνίδας Εκπαιδευτικός, MSc

Καραμπίνη Κατερίνα Εκπαιδευτικός, MSc

Μαντζάνα Φωτεινή Ψυχολόγος, MSc

Πίππα Μαρία εκπαιδευτικός, MSc

       Το παρόν άρθρο προσεγγίζει το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας και αναλύεται το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης και της παραμέλησης. Μπορεί κανείς να λάβει μια σύντομη ενημέρωση γύρω από το θέμα, είτε γιατί μπορεί να αφορά τον ίδιο και την ιστορία του, είτε κάποιον άλλον ή μια ολόκληρη κοινωνική δομή. Επίσης προσφέρεται μια πλούσια βιβλιογραφία, συχνά χρήσιμη τόσο σε γονείς, εκπαιδευτικούς, φοιτητές που ενδιαφέρονται για το θέμα, όσο και σε επαγγελματίες που πλαισιώνουν και εξυπηρετούν παιδιά και οικογένειες (ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό, δημόσιοι υπάλληλοι και άλλα). Αναλυτικότερα αναφέρονται κάποιοι ορισμοί και οι συνέπειες της ενδοοικογενειακής βίας. Η χαρτογράφηση όλων αυτών, υποστηρίζει τον σχεδιασμό της πρόληψης και αποτελεσματικών πολυεπίπεδων παρεμβάσεων.

      Η αυξανόμενη παιδική κακοποίηση είναι μια εκδήλωση κοινωνικής κακοποίησης και παραμέλησης της κοινωνίας μας, με τις θεμελιώδεις αιτίες και τη θεραπεία της παιδικής κακοποίησης να είναι ψυχολογικές αλλά και σημαντικά κοινωνικοδομικές. Το φαινόμενο μάλιστα αποκτά μια νέα διάσταση, όταν τα άτομα κλήθηκαν να δοκιμαστούν ψυχικά, κοινωνικά και οικονομικά, στο πλαίσιο της διαχείρισης των συναισθημάτων τους και βιώνοντας τις έντονες επιπτώσεις της πανδημικής νόσου COVID-19.

      Ο όρος ενδοοικογενειακή βία (ΕΒ), σημαίνει «όλες τις πράξεις της σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βίας οι οποίες συμβαίνουν εντός της οικογένειας ή οικογενειακής μονάδας ή μεταξύ πρώην ή νυν συζύγων ή συντρόφων, είτε ο δράστης διαμένει ή διέμενε στην ίδια κατοικία με το θύμα είτε όχι» (α. 3 § β Ν. 4531/2018). Ο ορισμός της οικογενειακής βίας μπορεί να προσδιοριστεί από τις ακόλουθες πράξεις (Zweig et al., 2021):

α) Τοποθέτηση ή απόπειρα τοποθέτησης του θύματος σε κατάσταση φόβου σωματικού τραυματισμού, εσκεμμένα ή εν γνώσει του.

β) Η πρόκληση σωματικού τραυματισμού στο θύμα με μια τέτοια πράξη, η οποία είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστή και έχει ως αποτέλεσμα τη σωματική βλάβη.

γ) Εξαναγκασμός του θύματος με βία ή απειλή να εμπλακεί σε οποιαδήποτε συμπεριφορά ή πράξη, σεξουαλική ή άλλη, από την οποία το θύμα έχει δικαίωμα να απέχει.

δ) Περιορισμός ή κράτηση του θύματος παρά τη θέληση του.

ε) Πρόκληση αναστάτωσης ή καταστροφής ή ζημιάς σε περιουσία με πρόθεση να προκαλέσει -ή γνωρίζοντας ότι είναι πιθανό να προκαλέσει- αγωνία ή ενόχληση στο θύμα (Zweig et al., 2021).

      Ο αντίκτυπος κακοποιητικών εμπειριών μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες, όχι μόνο για τα ίδια τα θύματα αλλά για τα παιδιά, τις οικογένειές τους και τα δίκτυα κοινωνικής υποστήριξης (Zweig et al., 2021). Τα συχνότερα θύματα βέβαια, αποτελούν οι γυναίκες και τα παιδιά (Ι.Π.Π.Ε.Ι., 2012· Marques et al., 2020). Υπολογίζεται μάλιστα πως ένα ποσοστό 30%-66% όσων κακοποιούν τη σύντροφο, κακοποιούν και τα παιδιά (Sterne & Poole, 2010). Τα τελευταία δεν κακοποιούνται μόνο όταν απειλούνται τα ίδια, αλλά και όταν απειλείται κάθε μέλος της οικογένειας τους. Η κακοποίηση υπάρχει ακόμα και όταν τα παιδιά υποθέτουν την ύπαρξη οποιασδήποτε μορφής βίας προς τα άλλα μέλη της οικογένειας όπου ανήκουν.

      Λόγω του ότι υπάρχει μεγάλη δυσκολία να προσδιοριστεί ο ορισμός της παιδικής κακοποίησης και παραμέλησης, πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή από τους επαγγελματίες στο τι προσδιορίζουν ως κακοποίηση και στο πώς την αντιμετωπίζουν, καθώς ανά πολιτισμό υπάρχουν βαρυσήμαντες διαφορές στην ερμηνεία της βίας. Για το λόγο αυτό ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), αποδίδει ως κακοποιημένο ή παραμελημένο παιδί, ένα παιδί του οποίου η σωματική ή ψυχική υγεία ή ευημερία απειλείται με βλάβη, από τις πράξεις ή τις παραλείψεις του γονέα του ή κάποιου άλλου ατόμου που είναι υπεύθυνο για την ευημερία του.

      Οι κυριότεροι τύποι κακοποίησης είναι η σωματική, η σεξουαλική, η ψυχολογική-συναισθηματική και η παραμέληση (Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού [Ι.Υ.Π.]· Violence Prevention Initiative [V.P.I.], 2014). Μια ακόμη μορφή είναι η οικονομική βία.       

      Η μελέτη των Oyunbileg et al, (2015), αναγνωρίζει ως ενδοοικογενειακή οικονομική βία την κατάχρηση που επιβάλλεται μέσω οικονομικού ελέγχου, δηλαδή απειλών, μη οικονομικής υποστήριξης, παρακράτηση χρημάτων, οικονομικοί περιορισμοί σε δαπάνες, εκβιασμός και έλεγχος των χρημάτων κάποιου από άλλον. Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής διερευνώντας την οικογενειακή βία και τις μορφές της,  σε ποσοστό 49% έπαιρνε τις οικονομικές αποφάσεις μόνο ο ένας εκ των συζύγων οι οικονομικές αποφάσεις και μόνο το 21,7% επικαλέστηκε ότι συνεργάστηκαν σε κάποια οικονομική απόφαση.

      Τα παιδιά μπορούν να είναι είτε άμεσοι είτε έμμεσοι αποδέκτες της ενδοοικογενειακής βίας. Τα περιστατικά αυτά των παιδιών αναφέρονται σπανίως στις αρχές λόγω ενδεχόμενου μελλοντικού στιγματισμού, αλλά και λόγω της ιδιαιτερότητας των οικογενειακών σχέσεων (Ι.Π.Π.Ε.Ι., 2012).

       Σύμφωνα με τις συνέπειες της ενδοοικογενειακής βίας, η ίδια καταστρατηγεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και η έκθεση παιδιών και εφήβων σε αυτή είναι καθοριστική στην ψυχική και σωματική τους υγεία (Ι.Π.Π.Ε.Ι., 2012· Mazza et al., 2020). Πιο συγκεκριμένα, έχει σημαντικές επιπτώσεις σε όλα τα επίπεδα ανάπτυξης του παιδιού (Olofsky, 1999). Οι συνέπειες αυτές, ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο του ατόμου, τη μορφή της κακοποίησης, τη χρονική διάρκεια, τη σχέση με τον κακοποιητή και το αποτέλεσμα στην ψυχική υγεία της μητέρας και στην αποτελεσματικότητά της ως γονέα (Sterne & Poole, 2010).

       Αρχικά, συμπεριφορικά και συναισθηματικά προβλήματα συνήθως είναι υπαρκτά και συνδεόνται με έντονο άγχος, κατάθλιψη, άγχος αποχωρισμού, ντροπαλότητα, φόβο και ανασφάλεια. Με αυτό τον τρόπο αυξάνονται οι πιθανότητες τα παιδιά αυτά να εξελιχθούν σε θύματα σχολικού εκφοβισμού και να μην αναζητήσουν την απαραίτητη βοήθεια.  Επίσης, η παραβατικότητα, η εγκληματικότητα, η υπερκινητικότητα, η οργή και η  σκληρότητα προς τα ζώα συχνά κάνουν την εμφάνισή τους ως απόρροια της αποδοχής της βίας στο περιβάλλον τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τις αυξημένες πιθανότητες να γίνουν οι ίδιοι θύτες σχολικού εκφοβισμού (Ðapić et al., 2020· Olofsky, 1999· Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού· Pepler et al., 2000· Sterne & Poole, 2010· Thomson & Trice-Black, 2012).

       Τα γνωστικά προβλήματα είναι επίσης μια σημαντική συνέπεια (Pepler et al., 2000· Sterne & Poole, 2010): Αυτά αφορούν στην καθυστέρηση της γλωσσικής ανάπτυξης και των γνωστικών δεξιοτήτων, καθώς: α. μια κακοποιημένη μητέρα δεν δύναται να επικοινωνεί και να παίζει στον ίδιο βαθμό με το παιδί, β. λόγω του στρες που αβίαστα αναπτύσσεται, το παιδί αντιμετωπίζει δυσκολία με τη διαδικασία της μάθησης, γ. η πιθανή συχνή απουσία από το σχολείο δεν επιτρέπει στο παιδί να συμβαδίζει με τα υπόλοιπα παιδιά.

       Τέλος, η κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου επηρεάζεται σημαντικά (Pepler et al., 2000· Sterne & Poole, 2010· Thomson & Trice-Black, 2012). Συνήθως υπάρχει μειωμένη ενσυναίσθηση και ευαισθησία, καθώς και περιορισμένη ανάπτυξη κατάλληλων διαπροσωπικών δεξιοτήτων επίλυσης προβλήματος (Margolin & Gordis, 2000· Fantuzzo & Mohr, 1999).

       Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες λόγω της έκθεσης στην ενδοοικογενειακή βία αποτελεί η μετατραυματική διαταραχή άγχους (ΜΔΑ). Αποτελεί την πιο συχνή διαταραχή μετά από τραυματικά γεγονότα και ΕΒ (Kofman & Garfin, 2020) και μπορεί να διογκώσει τις υπόλοιπες επιπτώσεις (Thomson & Trice-Black, 2012), καθώς και να εξηγήσει διαταραχές συμπεριφοράς, προσαρμογής και συναισθημάτων (Kilpatrick, Litt, & Williams, 1997).

      Η ΜΔΑ είναι εντονότερη και επίμονη, όταν ο στρεσογόνος παράγοντας είναι ανθρώπινος (Kilpatrick et al., 1997). Επιπλέον, αν ο γονέας είναι υπεύθυνος για τη βία που υφίσταται ή γίνεται μάρτυρας το παιδί, τότε βιώνει τεράστια σύγκρουση πίστης και εμπιστοσύνης.

     H συμπτωματολογία της ΜΔΑ είναι η ακόλουθη: έντονος φόβος, έλλειψη βοήθειας, φόβος, αποδιοργανωμένη ή αναστατωμένη συμπεριφορά, ενώ παιδιά που έχουν δεχτεί σεξουαλική κακοποίηση συχνά παρουσιάζουν αυτοκαταστροφική και παρορμητική συμπεριφορά, σωματικά παράπονα, ενοχή, καταθλιπτική συμπεριφορά, κοινωνικά προβλήματα, αίσθημα “καταστροφής” ή απειλής και πολλές αλλαγές στη συμπεριφορά τους (Kearney, 2010).

     Τα συμπτώματα πρέπει να έχουν χρονική διάρκεια άνω του ενός μήνα, ενώ μιλάμε για χρόνια ΜΔΑ, όταν ξεπερνούν τους τρεις μήνες (Kearney, 2010).  Το τραυματικό γεγονός βιώνεται επανειλημμένα και για μεγάλο χρονικό διάστημα με τη μορφή αναμνήσεων, ονείρων, αναπαραστάσεων ή σωματικού/ψυχολογικού πόνου (Kearney, 2010· Sterne & Poole, 2010).

     Όπως φαίνεται οι συνέπειες της κακοποίησης είναι πολυεπίπεδες με έντονο ψυχικό κόστος και σημαντική αποδιοργάνωση. Το πιο απαιτητικό στοιχείο δε είναι πως το άτομο σταδιακά αναπτύσσει τη διαχρονική αίσθηση ότι το ίδιο δεν αξίζει σε πολλούς τομείς της ζωής του. Έτσι, τα πλαίσια όπου εμπλέκεται ένα παιδί στην καθημερινότητά του, π.χ. αθλητικοί χώροι, σχολεία, κέντρα δημιουργικής απασχόλησης (ΚΔΑΠ) φροντιστήρια και άλλα, οφείλουν να έχουν τα απαραίτητα αντανακλαστικά και τη γνώση, ώστε να γίνεται φανερή η κατάσταση της κακοποίησης και να δρουν ανάλογα.

Βιβλιογραφία

Ðapić, M. R., Flander, G. B., & Prijatelj, K. (2020). Children behind closed doors during COVID-19 isolation: Abuse, neglect, and domestic violence. Archives of Psychiatry Research, 56, 181-192.

Fantuzzo, J. W., & Mohr, W. K. (1999). Prevalence and effects of child exposure to domestic violence. The future of children, 9(3), 21-32.

Ινστιτούτο Προληπτικής, Περιβαλλοντικής και Εργασιακής Ιατρικής, Prolepsis (Ιούνιος 2012). Handbook for preventing domestic violence in Greece.

Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού. Οδηγός εφαρμογής διερεύνησης, διάγνωσης και διαχείρισης κακοποίησης-παραμέλησης παιδιών για επαγγελματίες.

Department of Justice Canada. Retrieved from: https://www.justice.gc.ca/eng/rp-pr/cj-jp/fv-vf/rfcsfv-freevf/rfcsfv-freevf.pdf

Kearney, C. A. (2010). Casebook in childhood behavior disorders (4th ed.). Wadsworth/Cangage Learning.

Kilpatrick, K. L., Litt, M., & Williams, L. M. (1997). Post-traumatic stress disorder in child witnesses to domestic violence. American Journal of Orthopsychiatry, 67(4), 639-644.

Kofman, Y. B., & Garfin, D. R. (2020). Home is not always a haven: The domestic violence crisis amid the COVID-19 pandemic. Psychological Trauma: Theory, Research, Practice, and Policy, 12(1), 199-201. http://dx.doi.org/10.1037/tra0000866

Margolin, G., & Gordis, E. B. (2000). The effects of family and community violence on children. Annual Review of Psychology, 51(1).

Marques, E. S., de Moraes, C L., Hasselmann, M. H., Deslandes, S. F., & Reichenheim, M. E. (2020). Violence against women, children, and adolescents during the COVID-19 pandemic: Overview, contributing factors, and mitigating measures.  Cadernos de Saúde Pública, 36(4), e00074420.  https://doi.org/10.1590/0102-311X00074420

Mazza, M., Marano, G., Lai, C., Janiri, L., & Sani, G. (2020). Danger in danger: Interpersonal violence during COVID-19 quarantine. Psychiatry Research, 289, 113046. https://doi.org/10.1016/j.psychres.2020.113046  

Olofsky, J. D. (1999). The impact of violence on children. The Future of Children, 9(3), 33-49.

Oyunbileg, S., Sumberzul, N., Udval, N., Wang, J., & Janes, C. (2009). Prevalence and Risk Factors of Domestic Violence among Mongolian Women. Journal Of Women's Health18(11), 1873-1880. https://doi.org/10.1089/jwh.2008.1226

Pepler, D. J., Catallo, R., & Moore, T. E. (2000). Consider the children: Research informing interventions for children exposed to domestic violence. Journal of Aggression, Maltreatment, and Trauma, 3(1), 37-57. https://doi.org/10.1300/J146v03n01_04

Sterne, A., & Poole, L. (2010). Domestic violence and children: A handbook for schools and early years settings. Routledge.

Thomson, E. H., & Trice-Black, S. (2012). School-based group intervention for children exposed to domestic violence. Journal of Family Violence, 27(3), 233-241. https://doi.org/10.1007/s10896-012-9416-6

Violence Prevention Initiative (2014). Nine types of violence and abuse.

Zweig, S. A., Zapf, A. J., Beyrer, C., Guha-Sapir, D., & Haar, R. J. (2021). Ensuring rights while protecting health: The hhr_final_logo_alone.indd 1 importance of using a human rights approach in implementing public health responses to covid-19. Health and Human Rights, 23(2), 173–186.

Share

Πάτρα

Έλληνος Στρατιώτου 71-73, Πάτρα 264 41

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.


© 2022 Copyright